Υπάρχει μια λεπτή αλλά ουσιαστική διαφορά ανάμεσα σε μια ομάδα που παίζει καλά και σε μια ομάδα που ξέρει να κερδίζει. Η πρώτη μπορεί να δημιουργήσει εντυπώσεις, να κυριαρχήσει για μεγάλα διαστήματα, να προσφέρει στιγμές ποδοσφαιρικής ποιότητας. Η δεύτερη γνωρίζει πότε πρέπει να επιταχύνει, πότε να χαμηλώσει τον ρυθμό, πότε να προστατεύσει όσα έχει κατακτήσει και, κυρίως, πώς να διαχειριστεί τις στιγμές που το παιχνίδι παύει να εξελίσσεται σύμφωνα με το δικό της σχέδιο.

Η φετινή ΑΕΚ του Μάρκο Νίκολιτς μοιάζει να βρίσκεται κάπου ανάμεσα σε αυτές τις δύο καταστάσεις.

Η εικόνα της Τούμπας δεν πρόσφερε κάποια συγκλονιστική αποκάλυψη. Περισσότερο λειτούργησε ως υπενθύμιση μιας πραγματικότητας που έχει αρχίσει να διαμορφώνεται από τα πρώτα παιχνίδια της σεζόν. Η Ένωση διαθέτει την ποιότητα για να επιβάλει τους όρους της, ακόμη και σε έδρες που παραδοσιακά απαιτούν κάτι περισσότερο από καλή ποδοσφαιρική λειτουργία. Δεν διαθέτει, όμως, ακόμη τη διάρκεια και την ωριμότητα ώστε αυτή η υπεροχή να μετατρέπεται με συνέπεια σε αποτέλεσμα.

Και εδώ βρίσκεται, κατά τη γνώμη μου, το πραγματικό ζήτημα.

Δεν είναι τόσο ότι η ΑΕΚ χάνει τη συγκέντρωσή της. Ούτε ότι οι ποδοσφαιριστές της παρασύρονται από την ευχαρίστηση ενός καλού διαστήματος, όπως περίπου περιέγραψε ο προπονητής της. Αυτά ασφαλώς συμβαίνουν. Αλλά όταν ένα φαινόμενο επαναλαμβάνεται, παύει να αποτελεί αποκλειστικά ζήτημα ατομικής συμπεριφοράς. Αρχίζει να αφορά τον τρόπο με τον οποίο είναι δομημένη η ίδια η ομάδα.

Γιατί η συγκέντρωση δεν είναι μόνο πνευματικό χαρακτηριστικό. Είναι και αποτέλεσμα ποδοσφαιρικής οργάνωσης.

Μια ομάδα που γνωρίζει πού πρέπει να βρίσκονται οι ποδοσφαιριστές της όταν χάνεται η μπάλα, που έχει τις κατάλληλες αποστάσεις ανάμεσα στις γραμμές και που διαθέτει αυτοματισμούς στην αντίδρασή της, δεν χρειάζεται κάθε φορά να ανακαλύπτει από την αρχή τον τρόπο να αντιμετωπίσει μια δύσκολη στιγμή.

Η ΑΕΚ, αντίθετα, εξακολουθεί να παρουσιάζει διαστήματα στα οποία η επιθετική της φιλοδοξία δεν συνοδεύεται από την απαραίτητη ασφάλεια πίσω από την μπάλα. Και όσο υψηλότερα ανεβαίνει η ομάδα στο γήπεδο, τόσο μεγαλύτερη σημασία αποκτά αυτό που συμβαίνει τη στιγμή που η κατοχή αλλάζει πόδια.

Δεν είναι απαραίτητο να δεχθείς πολλές τελικές προσπάθειες για να προβληματιστείς. Μερικές φορές αρκεί ο τρόπος με τον οποίο ο αντίπαλος φτάνει στην περιοχή σου. Η ευκολία με την οποία ξεπερνά την πρώτη πίεση. Τα μέτρα που βρίσκει μπροστά του. Η αίσθηση ότι μια σχετικά ακίνδυνη κατάσταση μπορεί ξαφνικά να εξελιχθεί σε σοβαρή απειλή.

Αυτές οι λεπτομέρειες δεν καταγράφονται πάντοτε με την ένταση που τους αναλογεί στην τελική στατιστική αποτύπωση. Είναι όμως εκείνες που συχνά διαχωρίζουν τις καλές ομάδες από τις πραγματικά αξιόπιστες.

Το πρόβλημα δεν είναι μόνο ποιος παίζει, αλλά πώς παίζουν μαζί

Η συζήτηση για τη μεσαία γραμμή είναι αναπόφευκτη. Όχι επειδή εκεί συγκεντρώνονται όλες οι αδυναμίες της ΑΕΚ, αλλά επειδή από εκεί ξεκινά η δυνατότητα μιας ομάδας να ελέγχει όσα συμβαίνουν γύρω της.

Ο Νίκολιτς έχει στη διάθεσή του ποδοσφαιριστές με διαφορετικές αρετές, διαφορετικές συνήθειες και διαφορετική αντίληψη του χώρου. Αυτό αποτελεί ταυτόχρονα πλεονέκτημα και πρόβλημα.

Πλεονέκτημα, επειδή του επιτρέπει να προσαρμόζει την ομάδα στις απαιτήσεις κάθε αναμέτρησης. Πρόβλημα, επειδή η διαρκής αναζήτηση της καταλληλότερης σύνθεσης μπορεί να καθυστερήσει τη δημιουργία σταθερών συνεργασιών.

Και το ποδόσφαιρο, όσο κι αν έχει εξελιχθεί σε παιχνίδι σύνθετων τακτικών απαιτήσεων, εξακολουθεί να βασίζεται σε κάτι εξαιρετικά απλό: στην ικανότητα των ποδοσφαιριστών να προβλέπουν ο ένας τις κινήσεις του άλλου.

Να γνωρίζει ο χαφ πότε θα ανέβει ο μπακ. Να αντιλαμβάνεται ο εξτρέμ πότε πρέπει να συγκλίνει. Να ξέρει ο κεντρικός μέσος ποιος θα καλύψει τον χώρο που εγκαταλείπει. Να υπάρχει μια κοινή αντίληψη για το πότε η ομάδα επιτίθεται με ρίσκο και πότε επιλέγει να διατηρήσει τον έλεγχο.

Αυτή η συλλογική συνεννόηση δεν αποκτάται αποκλειστικά μέσα από τις προπονήσεις. Χρειάζεται χρόνο, επαναλήψεις και, κυρίως, μια σχετικά σταθερή αγωνιστική ταυτότητα.

Το ερώτημα, λοιπόν, δεν είναι αν ο ένας μέσος είναι καλύτερος από τον άλλον. Είναι ποιος συνδυασμός επιτρέπει στην ΑΕΚ να λειτουργεί ως σύνολο χωρίς να χρειάζεται να θυσιάζει τη δημιουργία για την ασφάλεια ή το αντίστροφο.

Η ποιότητα μπροστά δεν αρκεί από μόνη της

Στην επίθεση, τα πράγματα μοιάζουν περισσότερο ξεκάθαρα. Η παρουσία ποδοσφαιριστών με την προσωπικότητα και την εκτελεστική ικανότητα του Λούκα Γιόβιτς προσφέρει στην ΑΕΚ κάτι που δεν είναι καθόλου αυτονόητο: τη δυνατότητα να μετατρέπει ακόμη και μια περιορισμένη ευκαιρία σε ουσιαστικό πλεονέκτημα.

Ωστόσο, η ύπαρξη ποιοτικών επιθετικών δεν απαλλάσσει την ομάδα από την υποχρέωση να τους δημιουργεί τις κατάλληλες συνθήκες.

Υπάρχουν στιγμές στις οποίες η ΑΕΚ επιτίθεται με τόσους πολλούς ποδοσφαιριστές στην ίδια ζώνη, ώστε αντί να δυσκολεύει την αντίπαλη άμυνα, καταλήγει να περιορίζει τους δικούς της χώρους δράσης. Άλλες φορές, η προσπάθεια για την επιπλέον πάσα αφαιρεί από μια επίθεση το σημαντικότερο πλεονέκτημά της: τον χρόνο.

Η δημιουργία δεν είναι αυτοσκοπός. Ούτε η κατοχή της μπάλας αποτελεί από μόνη της απόδειξη υπεροχής.

Μια πραγματικά αποτελεσματική ομάδα οφείλει να αναγνωρίζει τη στιγμή στην οποία ο αντίπαλος βρίσκεται εκτεθειμένος και να ενεργεί πριν εκείνος προλάβει να οργανωθεί ξανά.

Αυτό δεν σημαίνει απαραίτητα περισσότερο άμεσο ποδόσφαιρο. Σημαίνει καλύτερη ανάγνωση των συνθηκών.

Και αυτή η ικανότητα, περισσότερο από οποιαδήποτε μεμονωμένη μεταγραφή, είναι που μπορεί να αλλάξει το επίπεδο μιας ομάδας.

Ο χρόνος είναι σύμμαχος, όχι άλλοθι

Θα ήταν άδικο να απαιτεί κανείς από μια ομάδα που βρίσκεται ακόμη στη διαδικασία διαμόρφωσης της αγωνιστικής της φυσιογνωμίας να παρουσιάζει απόλυτη συνοχή στα τέλη Οκτωβρίου.

Εξίσου άδικο, όμως, θα ήταν να αντιμετωπίζονται όλες οι αδυναμίες ως φυσιολογικές συνέπειες αυτής της διαδικασίας.

Ο Μάρκο Νίκολιτς δεν χρειάζεται να έχει λύσει από τώρα κάθε πρόβλημα. Χρειάζεται, όμως, να έχει προσδιορίσει με σαφήνεια ποια ΑΕΚ θέλει να δημιουργήσει.

Μια ομάδα που θα επιδιώκει να κυριαρχεί μέσα από την κατοχή; Μια ομάδα που θα εκμεταλλεύεται την ταχύτητα των μεταβάσεων; Μια ομάδα που θα προσαρμόζεται κάθε φορά στις αδυναμίες του αντιπάλου;

Οι επιλογές αυτές δεν είναι απαραίτητα αλληλοσυγκρουόμενες. Υπάρχει, ωστόσο, διαφορά ανάμεσα στην ευελιξία και στην έλλειψη σταθερών αναφορών.

Η πρώτη αποτελεί χαρακτηριστικό των μεγάλων ομάδων. Η δεύτερη συχνά τις εμποδίζει να γίνουν μεγάλες.

Και όσο προχωρά η σεζόν, όσο αυξάνεται η δυσκολία των αναμετρήσεων και όσο περιορίζονται τα περιθώρια για χαμένους βαθμούς, αυτή η διαφορά θα γίνεται ολοένα σημαντικότερη.

Η ΑΕΚ δεν χρειάζεται να είναι εντυπωσιακή σε κάθε παιχνίδι. Δεν χρειάζεται καν να είναι καλύτερη από τον αντίπαλό της για ενενήντα λεπτά. Χρειάζεται να αποκτήσει την ικανότητα να ελέγχει τις συνέπειες των δικών της επιλογών.

Να μην πληρώνει υπερβολικά ακριβά κάθε λάθος. Να μη χάνει την ισορροπία της επειδή αποφάσισε να επιτεθεί. Να μη μετατρέπει κάθε εκτός έδρας αναμέτρηση σε δοκιμασία αντοχής όταν το παιχνίδι ξεφεύγει από τον αρχικό σχεδιασμό.

Κυρίως, να αποκτήσει μια ταυτότητα που δεν θα εξαρτάται τόσο έντονα από το γήπεδο στο οποίο αγωνίζεται.

Γιατί στο τέλος της ημέρας, οι ομάδες που διεκδικούν τίτλους δεν κρίνονται μόνο από το πόσο καλά μπορούν να παίξουν. Κρίνονται από το πόσο σπάνια επιτρέπουν στον εαυτό τους να παίξει κάτω από τις πραγματικές του δυνατότητες.

Και αυτό είναι ίσως το μεγαλύτερο στοίχημα που έχει μπροστά του ο Μάρκο Νίκολιτς.